Μαραμπού

1
197

Στίχοι : Νίκος Καββαδίας
Παρουσίαση: Λεωνίδας, Παρίας
Παραγωγή, Μίξη, Ηχοληψία: Παρίας
Studio : Κρητικά Κατατόπια
Έτος : 2002

Ποίημα του Νίκου Καββαδία από την ποιητική συλλογή Μαραμπου (1η έκδοση, Κύκλος 1933)

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν’ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ‘μαθε, γιατί δεν το ‘πα σε κανένα.

Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ’ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα – σαν άνθος έμοιαζε αλπικό –
και μια στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου όπου ‘χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τηνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μιαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ’ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρό απ’ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ’ αυτήν που θα ‘φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μια φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ‘πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!…Μια βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ’ άρπαξ’ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μια κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τα’ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ’ ένα δέος αλλόκοτο, σαν να ‘χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μια φωνή,
κι είδα μια εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μια το πορτοφόλι μου… Μ’ απόμεινα κι εγώ
έναν σταυρό απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
σέρνοντας μέσα στο αίμα μου μια αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ’ αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω…

Dicen los marineros con quienes he convivido
que soy un mal bicho, huraño y pervertido,
que odio aviesamente a las mujeres,
y nunca me acuesto con ellas.

Y además dicen que le doy al opio y al hachís,
que me domina una pasión horrenda y asquerosa,
y que tengo el cuerpo entero marcado profundamente
con figuras desvergonzadas, raras y repugnantes.

Y además cuentan de mí cosas horribles,
que no son sino calumnias e invenciones.
Pero lo que me ha abierto heridas mortales;
eso no lo sabe nadie; porque nunca lo he contado.

Pero en esta noche tropical, ahora que ha oscurecido,
y que vuelan hacia el oeste bandadas de marabúes,
hay algo que me empuja, pertinaz, a poner sobre el papel
lo que me hiere continuamente en secreto:

Yo era por entonces grumete en un correo estupendo;
íbamos rumbo a Egipto, con escala el sur de Francia.
Entonces la conocí, -parecía una flor alpina-
y se anudó entre nosotros amistad fraternal.

Elegante, fina y melancólica,
hija de un egipcio rico que se había suicidado,
paseaba su pena por países lejanos,
a ver si por allí conseguía olvidarla.

Casi siempre tenía el Diario de Bashkirtseff en la mano,
y amaba desaforadamente a la Santa de Avila;
a menudo recitaba en francés versos lastimeros;
y se pasaba largas horas contemplando la extensión azul.

Y yo, que solo conocía cuerpos de heteras,
y que tenía desganada el alma, zarandeada por los mares,
recuperé gracias a ella la alegría de la infancia,
y, como a un oráculo, la oía, extasiado, hablar.

Le colgué del cuello un pequeño crucifijo,
y ella me regaló un monedero muy grande;
y fui el hombre más desgraciado de la tierra
cuando llegamos a la ciudad adonde se iría.

En los cargueros la echaba a menudo de menos,
la imaginaba mi protectora, mi ángel de la guarda;
y a proa una foto suya constituía para mí
un oasis en medio de las arenas del desierto.

Creo que debería detenerme aquí.
Me tiembla la mano, el viento cálido me abrasa,
En la ribera, unas espléndidas flores tropicales hieden,
y un marabú, de aspecto necio, grajea allá lejos.

Voy a seguir… Una noche, en un puerto extranjero,
pérdidamente borracho de güisqui, ginebra y cerveza,
me encaminé bamboleándome pesadamente hacia las casas
perdidas y sórdidas a eso de la medianoche.

Mujeres impúdicas arrastraban a los marineros allá.
Una, riéndose, me quitó bruscamente el sombrero
(es una vieja costumbre francesa, de calles de prostitutas)
y yo la seguí, casi sin proponérmelo.

Un cuartucho estrecho y maloliente, como todos esos;
el yeso de las paredes se caía a pedazos;
y ella era un andrajo humano, de voz gangosa,
con unos ojos sombríos, extraños, febriles.

Le dije, y apagó la luz. Nos acostamos juntos.
Mis dedos contaban claramente sus costillas.
Apestaba a ajenjo. Me desperté, como dicen los poetas,
“apenas hubo esparcido la aurora sus pétalos de rosa”.

A la luz brumosa de la mañana,
daba lástima verla; pero la vi tan castigada,
que saqué con un respeto extraño,
como con miedo, el monedero para pagar.

Doce francos franceses… Soltó un grito;
y se puso a mirar furiosa alternativamente a mí
y al monedero; y yo me quedé de piedra
al ver el crucifijo que colgaba de su cuello.

Sin acordarme de mi sombrero, corrí afuera como loco,
como esos dementes que van siempre baqueteando aturdidos.
Portaba en la sangre una enfermedad horrenda,
que todavía maltrata mi cuerpo torturado.

Los marineros con quienes he tenido trato dicen
que llevo años sin acostarme con una mujer,
que soy un mal bicho y fumo opio.
Si supieran, los pobres, me disculparían…

La mano tiembla…la fiebre…me he quedado ensimismado
contemplando largo rato en la ribera un marabú inmóvil.
Y ante esa insistencia con que me devuelve la mirada,
se me ocurre que, en mi soledad y necedad, me parezco a él.

Dicono di me i marinai con cui si fece comune vita
che un tipaccio io sono, ostico e pervertito
che detesto le donne in un modo atroce
e che a letto con loro non ci vado mai.

E ancora, dicono che tiro hashish e cocaina
che mi possiede una qualche orribile passione
e che di vergognose figure strane da far schifo
ho tutto il corpo segnato fin nelle carni.

E ancora, dicono cose terribili e esagerate
che sono invece menzogne rozze e artificiose,
e quello che valse a me ferite da morirne
nessuno mai lo seppe, ché a nessuno lo dissi mai.

Ma stasera, ora che è scesa la sera tropicale
e ai loro occidenti vanno dei Marabù gli stormi,
qualcosa mi preme e spinge a scrivere su un foglio
quello che mi diventò segreta piaga eterna.

Ero in quel tempo allievo su un postale scintillante
e viaggiavamo sulla rotta Egitto – Francia del Midi.
Fu allora che la conobbi – pareva un fiore delle Alpi –
e da un’amicizia come fraterna ci trovammo avvinti.

Aristocratica, melanconica e sottile,
figlia di un ricco egiziano che si era suicidato,
in paesi lontani in viaggio portava il suo dolore,
chissà che là non le accadesse di scordare.

Quasi sempre aveva il Journal della Baschkirtseff
e appassionatamente amava di Avila la Santa
versi francesi recitava spesso pieni di dolore,
e per molte ore guardava alla distesa azzurra.

E io, che solo di puttane avevo appreso i corpi,
e avevo un’anima abulica, oppressa dagli oceani,
davanti a lei ritrovavo la gioia dell’infanzia
e, come fosse un profeta, l’ascoltavo estatico parlare.

Passai dal mio collo al suo una piccola croce
e lei a me donò un grande portafoglio
e fui l’uomo più disgraziato della terra
quando si giunse alla città da cui doveva ripartire.

La pensavo molte volte dalle navi da carico
come fosse la mia scorta e un angelo custode
e una sua fotografia in prua era per me
un’oasi che s’ incontra nel cuore del Deserto.

Penso, dio mio, che dovrei fermarmi qui.
Trema la mia mano, il vento caldo mi mette un fuoco.
C’è un tanfo dal fiume di meravigliosi tropicali fiori
e un insulso Marabù grufola un po’ discosto.

Tiriamo avanti!…Una sera in un porto straniero
ero ubriaco da far spavento di wisky, birra e gin,
e verso la mezzanotte, dondolandomi pesante
presi la strada delle luride, perdute case.

Donne svergognate attiravano i marinai,
di colpo una mi strappò ridendo il mio berretto
(vecchio uso francese nella strada delle puttane)
e quasi senza volerlo io le tenni dietro.

Una camera stretta, piccola, fetente come tutte
dai cui muri l’intonaco cadeva a pezzi
e lei uno straccio umano dalla loquela roca
e dagli occhi tenebrosi, indemoniati, strani.

Le dissi di spegnere la luce e spense. Ci coricammo insieme.
Le mie dita contavano le sue ossa senza errore.
Aveva odore d’assenzio. Mi svegliai, come dicono i poeti
quando Aurora spargeva i suoi petali di rosa.

Quando la vidi alla luce fioca del mattino
mi apparve triste e così, così reietta,
che per un rispetto strano, una paura perfino,
per pagarla cavai il portafoglio in fretta.

Dodici franchi francesi…ma emise un suono
e la vidi mandare selvagge occhiate un poco a me
e un poco al portafoglio…Ma io, come ci restai,
quando sul petto le vidi pendere una croce.

Scordandomi il berretto uscii come fossi pazzo
come un pazzo che barcolla senza pace istupidito
portando nel mio sangue un malanno atroce
che ancora con tormento mi punisce.

Dicono i marinai che con me ebbero a che fare
che da anni io con una donna non ci gioco,
che sono una pellaccia e tiro coco
ma a saperlo pietosi mi darebbero il perdono…

La mano trema…La febbre…sovente mi persi
a guardare un Marabù immobile sulla riva.
E così quando a sua volta lui mi guarda fisso,
penso che in quanto imbecille e solo ben gli somiglio..

The sailors I live with say these things of me
Im a tough sort of bastard and twisted too;
the way I hate all women is sinister
they say I haven’t slept with one in years

They even say I take cocaine and hash;
some frightful passion has me in its grasp.
They swear my body’s covered in tattoos,
disgusting, and indelibly burnt in.

And other dreadful lies that they’ve cooked up;
They never learned the thing that hurt me most
and gave me a deadly wound. It’s secret still
and stays that way since I don’t talk of it.

Tonight, thought, as the tropic evening falls
and flocks of marabou are flying west
something keeps prodding me to write it down,
that wound I’d always kept inside myself.

I was a midshipman on postal boats;
we did the run from Egypt to Southern France.
I met her then a flower of the Alps-
and like a brother soon became her friend.

A thin, sad, aristocratic girl,
her rich Egyptian father killed himself.
She took her sorrow on trips to far-off lands
hoping, perhaps, to leave it behind her there.

She took with her the journal of Bashkirtseff;
she loved with passion the Saint of Avila
and she’d recite me mournful verses in French
and stare for hours on end at the wide blue sea.

And I, who’d only known the bodies of whores,
a soul without a will, lashed by the waves,
discovered in her presence child-like joys
and listened to her ecstatic, as if to a sage.

I gave her a cross to wear around her neck;
she gave me a handsome wallet in return.
You couldn’t find a sadder man than I
when we reached the port where she would leave.

On cargo boats I often thought of her
As an accomplice, guardian angel, friend.
Her photo in the fo’c’sle was for me
an oasis in the heart of desert sands.

It seems to me that I should stop right here;
my hand shakes, the air’s inflaming me.
Exotic river flowers are smelling rank;
a stupid marabou’s squawking far away.

But I’ll go on… One night in a foreign port,
hopelessly drunk on whiskey, gin, and beer
I reeled off round midnight along the road
towards the dirty houses of the damned.

Disgusting women pulled the sailors in;
one of them, laughing, quickly snatched my cap
(an old French custom on the street of whores)
I followed although I didn’t really want her.

A narrow room as dirty as the rest,
the plaster peeling off the walls in flakes;
she was a tattered rag with a croaking voice,
her strange dark eyes staring as if possessed.

She switched the light off. We both lay down;
my finger felt each bone along her back.
She tank of absinthe. I woke, as poets say,
as soon as dawn had strewn her rosy petals.

Seeing her face in the pale morning light
She seemed so pitiful to me, so damned,
That quickly, as if I’d taken fright, I pulled
my wallet out to pay her what I owed:

Twelve French francs but she gave a sudden cry
and stared first at me with eyes quite wild,
then at my wallet. And I stood frozen too
for I had seen the cross around her neck.

Forgetting my cap I ran out like a fool,
a madman who gapes and staggers down the road;
but I carried a dreadful sickness in my blood
that still torments my body now and then.

The sailors I served with say these things of me:
how it’s years since I went to bed with a girl,
that I’m a tough sort of bastard and shoot cocaine;
if they’d known, poor wretches, they’d have pardoned me

My hand shakes fever I’ve been distracted,
Staring at a motionless marabou on the shore,
And as he keeps on staring back at me
I think how, lonely and foolish, I’m just like him